Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

I'm not living, I'm just killing time...

Πριν λιγες μερες ακουγα μια εκπομπη στο ραδιοφωνο. Καποια στιγμη η κοπελα εβαλε να παιξει το True Love Waits των Radiohead που αφιερωσε σε εναν φιλο της επειδη του αρεσαν πολυ οι στιχοι. Σκεφτηκα οτι δεν εχω προσεξει ποτε τους στιχους και εκατσα και το ακουσα ολο δινοντας ιδιαιτερη προσοχη σε καθε λεξη. Και οπως ηταν αναμενομενο κολλησα στο στιχο I'm not living, I'm just killing time. Τον ειχα δει και ακουσει χιλιες φορες αλλα ποτε δεν σκεφτηκα τοσο τη σημασια του. Και προσεξα πως ειναι πραγματικα αντιπροσωπευτικος για ολους μα ολους τους κατοικους της γης.
Ολα ξεκινουν απο την εργασια. Ψαχνουμε ολοι μανιωδως να βρουμε μια δουλεια. Απο τις γνωσεις μας ως τις απαιτησεις μας ολα εχουν ως κεντρικο αξονα το που και πως θα εργαστουμε. Παμε σχολειο, υστερα σπουδαζουμε για να βρουμε μια αξιοπρεπη δουλεια, αργοτερα βρισκουμε μια δουλεια που μας ικανοποιει αλλα δεν ειναι και αυτο που ονειρευομαστε, μετα αναλωνουμε τον εαυτο μας στη δουλεια ενω παραλληλα προσπαθουμε να κανουμε οικογενεια γιατι αυτος ειναι ο προορισμος μας και στο τελος γερναμε και ταιζουμε εγγονια μεχρι να πεθανουμε. Λογικο. Ναι αλλα ποτε ζουμε? Εδω ερχεται να απαντησει ο εν λογω στιχος. Ποτε.
Μεσα σε αυτο το προτυπο κοινωνιας που μας αφηνει ελαχιστα περιθωρια για να αναπνεουμε, εχουμε αρχισει να θεωρουμε φυσιολογικο κατι πολυ αφυσικο: το γεγονος οτι η αξια των ονειρων μας ειναι μηδενικη αν δεν αποφερει οποιοδηποτε κερδος. Ετσι ζουμε χωρις κινητρα, χωρις να μπορουμε να κανουμε αυτο που θελουμε, με ανουσιους φραγμους που μας εχει θεσει η κοινωνια.
Πριν λιγες μερες καταλαβα πως χρονια τωρα οι περισσοτεροι ανθρωποι εχουν ξεχασει να ζουν και απλα υπαρχουν.
Πριν λιγες μερες καταλαβα πως ετσι θα γινω κι εγω τη μερα που θα βγω στην αγορα εργασιας, η τη μερα που θα γινω μητερα.
Πριν λιγες μερες σηκωσα το κεφαλι και κοιταξα τον ουρανο. Ο ηλιος εδυε αργα και μελαγχολικα. Το τραγουδι τελειωνε. Ειπα στον εαυτο πως δεν θελω να σκοτωνω πια τον χρονο μου. Δεν με νοιαζει τι λενε ολοι αυτοι εκει εξω. Θελω να ζησω. Και θα ζησω.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Η παρουσία της απουσίας

Αρχές φθινοπώρου, τελικά, ένα τηλεφώνημα ήταν δικό σου…
Εγώ που όλον αυτό τον καιρό με οδύνη χαρακτήριζα οποιοδήποτε κάλεσμα μονάχα σαν “Δεν είσαι εσύ ακόμα” με παρατηρούσα να σε υποδέχομαι ψυχρά, με απάθεια, σαν τίποτα να μην συμβαίνει.
Καμιά μα καμιά αυτογνωσία μας δεν είναι ικανή να προβλέψει την αντίδρασή μας κάποια δεδομένη ώρα, όταν πράγματι η ώρα αυτή φτάσει. Από τον τόνο της φωνής σου αισθάνθηκα πως ήσουν έτοιμη να γυρίσεις κοντά μου, έτοιμη να ζητήσεις συγνώμες και να δώσεις όρκους. Και τρόμαξα…
Παρέδιδες όλα σου τα όπλα κι έκανες όλη σου την λαμπρή εξουσία πάσα σε μένα. Μου μεταβίβαζες το ξίφος της απόφασης για τη ζωή μας.
Η απουσία σου τερμάτιζε εδώ και η μαγεία της και η αξία της μ’ εγκατέλειπαν απροετοίμαστο. Ότι ποθούσα κι ότι λαχταρούσα μου προσφερόταν στο πιάτο με άπρεπη, άσεμνη ευκολία.
Γυρνούσες πάλι σε μένα. Η τραγωδία μου τέλειωνε πιο κακόγουστα και κοινότυπα κι απ’ το αίσιο τέλος παλιάς ταινίας ελληνικής.
Κι εγώ που τώρα πια κάτι έχω μάθει περισσότερο για τις αλχημίες της παρανοϊκής μου ψυχής, αντέδρασα σαν κακομαθημένο κι εγωιστικό παιδί για να μην χάσω το πανάκριβο δώρο που αξιώθηκα. Για να μην μου λιώσει μέσα στην πλήξη της επιστροφής σου.
Μου είπες: Εντάξει, κέρδισες, θέλω ξανά να γυρίσω κοντά σου.
Τούτη η νίκη μου δεν μ’ ενδιαφέρει πια, τούτη η ήττα σου δεν είναι αυτό που γυρεύω.
Και τώρα, σου είπα όχι εγώ για να διαφυλάξω απ’ την παρουσία σου, το πολύτιμο απόσταγμα της απουσίας σου.

Μ. Βαμβουνάκη – Ιστορίες με καλό τέλος

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Σαν Παραμυθι

Οταν ημουν πιο μικρη μου αρεσε εκεινο το πραμυθι του Τριβιζα με το ποντικακι που ηθελε να αγγιξει ενα αστερακι. Ξερετε εκεινο που το ποντικακι θελει να πιασει ενα αστερακι απο τον ουρανο και τελικα καποια Χριστουγεννα πιανει το αστερι απο το δεντρο του σπιτιου που ηταν η φωλια του. Το λατρευα. Το διαβαζα καθε παραμονη πρωτοχρονιας μεχρι τα εντεκα.
Μεχρι που καποια στιγμη γυρω στα δεκατεσσερα αποφασισα να το ξαναδιαβασω. Και ξερετε κατι? Απογοητευτηκα. Μου φανηκε τοσο ρηχο το οτι ολη του τη ζωη κοιτουσε σα χαμενο τον ουρανο για να αγγιξει ενα αστερι και τελικα συμβιβαστικε με το αστερι του χριστουγεννιατικου δεντρου. 
Αυτο δηλαδη θελετε να μας πειτε κυριε Τριβιζα? Οτι αν δεν μπορουμε να βρουμε αυτο που θελουμε πρεπει να βρουμε κατι αλλο και να χαιρομαστε οσο κι αν αποκλινει απο αυτο που πραγματικα επιθυμουμε?
Αν ηταν εδω πιστευω οτι θα μου απαντουσε "Οχι βεβαια κοπελα μου!"
Και θα ειχε δικιο.
2 χρονια μετα καταλαβαινω οτι αυτο που ηθελε να δειξει δεν ηταν ο συμβιβασμος. Το παραμυθι εδειχνε εναν κοινο ανθρωπο ο οποιος δεν ειχε τιποτα το ιδιαιτερο πανω του, ειχε ομως πολυ ιδιαιτερα ονειρα τα οποια σκεφτοταν και κυνηγουσε ολη μερα. Και καποια στιγμη η ζωη του του εδωσε κατι που θα μπορουσε να τον κανει ευτυχισμενο. Κι εκεινος το αποδεχτηκε. Τι κι αν δεν ηταν ακριβως αυτο που ονειρευοταν? Ηταν αυτο που τελικα τον εκανε ευτυχισμενο.
Γιατι καμια φορα η ζωη δεν τα φερνει ακριβως οπως τα θελουμε, ομως και παλι μας κανει ευτυχισμενους οταν ακολουθουμε τη φωνη της ψυχης μας..





Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Ο Ανθρωπος και η Μοιρα

Ο Άνθρωπος και η Μοίρα
....Πριν πολλά-πολλά χρόνια, στις αρχές των πρώτων Εποχών του Κόσμου, οι Άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι χωρίς το βάρος της Σκιάς μοίρας. Κάποια σκοτεινή στιγμή, οι Δυνάμεις του Ουρανού αποφάσισαν πως ο κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να έχει μια άϋλη οντότητα που θα τον συνοδεύει σε κάθε του βήμα και που θα καθορίζει την ζωή του από την γέννηση ως τον θάνατο. Αυτές οι αόρατες οντότητες ονομάστηκαν Μοίρες οι οποίες καθόριζαν πλέον την κάθε στιγμή των Ανθρώπων. Κι έτσι οι Άνθρωποι έχασαν την ελευθερία τους και ήρθαν χρόνια σκοτεινά και άβουλα.

Ώσπου, ένας Άνθρωπος αποφάσισε να τα βάλει με την Μοίρα του...

Καθισμένος σε έναν βράχο να ατενίζει τον μακρινό ορίζοντα, δεν μπορούσε να βρεί ηρεμία στην ψυχή του. Ήταν ο πρώτος από τους Ανθρώπους που προβληματίστηκε για την τύχη της πορείας της ζωής του. Δεν μπορούσε να ησυχάσει στην γνώση ότι κάτι άλλο καθόριζε την τύχη του και τα βήματα του πάνω σε αυτόν τον κόσμο. Έτσι λοιπόν αποφάσισε να τα βάλει με τις Δυνάμεις του Ουρανού αλλάζοντας την Μοίρα του.
Ο καιρός μετά την απόφαση του πέρασε με σκέψεις και σχέδια που θα τον βοηθούσαν να φτάσει στο κατόρθωμα που επιζητούσε. Κι έτσι, μια μέρα, έπλασε το καλύτερο σχέδιο που θα μπορούσε να σκεφτεί θνητός. Να ξεγελάσει την Μοίρα...
Μια όμορφη νύχτα ξάπλωσε δίπλα σε μια λίμνη κι έκλεισε τα μάτια μένοντας ακίνητος σα να κοιμάται. Ήρθε ο ήλιος, ήρθε ξανά το φεγγάρι, ξαναήρθε ο ήλιος ξανά μανά το φεγγάρι... Ήταν ζωντανός αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση. Έμενε ακίνητος κι έτσι η Μοίρα δεν μπορούσε να ελέγξει τα βήματα και τις κινήσεις στην ζωή του. Έκανε υπομονή... Έφτασε στα όρια του θανάτου από την πείνα και το κρύο αλλά το πείσμα του και το πάθος του στόχου του υπερνικούσαν κάθε εμπόδιο και απειλή. Έτσι... δύο φεγγάρια μετά, εμφανίστηκε δίπλα του μια πανέμορφη κοπέλα. Γονάτισε δίπλα του και τον κοίταξε καλά. Τα μάτια της καθρέφτιζαν τον έναστρο ουρανό και οι κόρες της το φεγγάρι. Τα μαλλιά της ήταν η νύχτα... Άπλωσε τα χέρια της και άγγιξε το πρόσωπο του ανθρώπου. Προσπαθούσε να καταλάβει τους σκοπούς της ακινησίας που επέβαλε στον εαυτό του. Δεν μιλούσε, δεν μπορούσε να μιλήσει, απλά τον κοίταζε και προσπαθούσε να καταλάβει.
Τότε ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Έμοιαζε πραγματικά σα να κατέβηκε ο νυχτερινός ουρανός στην γη με μορφή θνητής γυναίκας. Της κράτησε απαλά το χέρι και την στιγμή που προσπάθησε να της πει κάτι, έχασε τις αισθήσεις του από την εξάντληση.
Πέρασαν μέρες πολλές και ο άνθρωπος ζούσε μέσα στο σκοτάδι ενός μεγάλου ύπνου. Όταν συνήλθε ο καιρός είχε περάσει μα για εκείνον ήταν σα να πέρασε μονάχα μια στιγμή της μέρας. Με έκπληξη είδε την κοπέλα να στέκεται δίπλα του και να του χαμογελά. Τον φρόντισε έτσι ώστε να γεμίσει ξανά με δυνάμεις και υγεία. Πέρασαν μέρες μαζί εκεί κοντά στην λίμνη και πολλές ήταν εκείνες οι νύχτες που ο άνθρωπος σαν μαγεμένος την κοιτούσε μέσα στα αστροφωτισμένα μάτια της. Της έπλεξε τραγούδια αγάπης και ομορφιάς κι εκείνη τα δεχόταν σαν ουράνιο δώρο.
Όλα κυλούσαν όμορφα και μοναδικά για τους δυο νέους, μέχρι που ο άνθρωπος θυμήθηκε τον σκοπό του...
Τότε θέλησε να τον αποκαλύψει στην κοπέλα που τον συντρόφευε και αυτό έκανε...

Εκείνη δάκρυσε και μελαγχόλισε... Άκουσε τους λόγους που τον έφεραν να πάρει τέτοια απόφαση και αναστέναξε με κατανόηση. Δεν ήξερε ότι οι Μοίρες στην ουσία σκλάβωναν την ελευθερία των Ανθρώπων. Πήρε στα χέρια της τα χέρια του νέου και κοιτόντας τον στα μάτια του μίλησε μέσα στις σκέψεις του.

" Είμαι η Μοίρα σου, σταλμένη από τον Ουρανό. Τα βήματα σου καθόριζα όπως μου πρόσταξαν οι Άρχοντες μου. Δεν ένοιωθα για σένα τίποτα, μόνο κοιτούσα να κάνω καλά το έργο που μου ανέθεσαν. Όπως και η κάθε Μοίρα, έτσι κι εγώ, δεν γνώριζα πόσο πολύτιμη είναι η ελευθερία στα βήματα της ζωής σας. Αυτή είναι η μορφή μου κι εσύ με ανάγκασες να της δώσω ύλη. Μένοντας ακίνητος για τόσες μέρες, δεν μπορούσα να καθορίσω την συνέχεια της ζωής σου, των στιγμών σου. Μα τώρα έμαθα και τα λόγια σου κρύβουν μόνο αλήθειες. Άϋλη δεν θα ξαναγίνω και Μοίρα της ζωής σου δεν θα ξανασταθώ. Όμως... αν δίπλα σου με θέλεις σαν γυναίκα της καρδιάς με χαρά μου θα σταθώ... Γιατί κοντά σου έμαθα να αγαπώ και να ακούω..."



Ο νέος έκπληκτος, έμεινε σιωπηλός... Θυμός και Αγάπη μέσα του συγκρούονταν αλλά επικράτησε η σκέψη της γαλήνιας νύχτας. Διπλά κερδιζμένος ήταν. Και την Μοίρα νίκησε αλλά και ελεύθερος πλέον είναι, μα και την αγάπησε και με την σειρά του την ελευθέρωσε από τα δικά της δεσμά. Και μάλιστα την αγάπησε πολύ...

Κι έτσι... έζησαν μαζί για πολύ καιρό. Τα χρόνια πέρασαν από πάνω τους και άγγιξαν τα σώματα τους, μα όχι την αγάπη τους. Πολλές Μοίρες παρακολουθούσαν, αόρατες, την περίεργη αυτή αγάπη και άλλες την καταλάβαιναν άλλες πάλι όχι. Μα καμιά δεν θέλησε από όσες ποθούσαν μια τέτοια αγάπη να φανερωθούν στους Ανθρώπους που καθόριζαν τις τύχες τους.

Η ζωή συνεχίστηκε... Οι Μοίρες συνέχισαν να καθορίζουν τους Ανθρώπους και μερικές από αυτές άφηναν κάποιες χαραμάδες ελευθερίας στος Ανθρώπους που ονομάστηκαν " Ελπίδες ".

Κι έτσι επικράτησε μέχρι σήμερα στις Νέες Εποχές του Κόσμου που ζούμε.

Ο Άνθρωπος και η Μοίρα που ένωσαν τις ζωές του με την αγάπη τους, άϋλοι πλέον, ζούνε σε έναν Κόσμο μακρινό που αναπνέει σε έναστρο νυχτερινό ουρανό.

Ήταν ο Πρώτος Άνθρωπος μετά τις σκοτεινές εποχές που κατάφερε να κερδίσει την ελευθερία του και να αλλάξει την Μοίρα του, έχοντας την στην αγκαλιά του για πάντα...

Ο επόμενος δεν έχει έρθει ακόμη. Και ελπίζουμε ο Πρώτος να μην είναι και ο Τελευταίος...

Ίσως στον καιρό μας να υπάρξει ο Δεύτερος...

Ελπίζουμε σε αυτό. Ελπίζουμε γιατί κάποιες Μοίρες μα χάρισαν κάποιες μικρές χαραμάδες ελευθερίας...

Όπως ένα αστέρι καταφέρνει να ξεπροβάλει μέσα από μια μικρή χαραμάδα ενός σκοντεινά συννεφαισμένου ουρανού...


(ΟνειροΔρομιο)